Πώς γεννιέται το μοτίβο good cop – bad cop και πώς οι γονείς εγκλωβίζονται σε ρόλους που δεν διάλεξαν

«Περίμενε μέχρι να έρθει ο πατέρας σου στο σπίτι».

«Πάντα τον κακομαθαίνει».

«Η μαμά συνέχεια φωνάζει γιατί δεν συγύρισα ή δεν διάβασα».

Σχεδόν σε κάθε οικογένεια υπάρχει μια στιγμή που το παιδί στρέφεται αυθόρμητα προς τον έναν γονιό και απομακρύνεται από τον άλλον. Όχι επειδή αγαπά λιγότερο ή περισσότερο τον έναν από τους δύο, αλλά επειδή έχει μάθει πού νιώθει πιο ασφαλές εκείνη τη στιγμή. Κάπου εκεί αρχίζει να φαίνεται κάτι που πολλοί γονείς ζουν χωρίς να το ονομάζουν: οι ρόλοι μοιράζονται. 


 Όταν η καθημερινότητα οδηγεί σε ρόλους, που γίνονται ταυτότητα

Πολλοί γονείς περιγράφουν ότι, χωρίς να το καταλάβουν, βρέθηκαν να κρατούν συγκεκριμένους ρόλους μέσα στο σπίτι. Ο ένας να λέει πιο συχνά «όχι», να θυμώνει, να επιμένει. Ο άλλος να χαλαρώνει την κατάσταση, να καθησυχάζει, να παίζει. Δεν είναι λάθος, ούτε σπάνιο. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο η οικογένεια προσπαθεί να λειτουργήσει μέσα στις απαιτήσεις της καθημερινότητας.

Σε πολλές οικογένειες αυτό το μοτίβο γίνεται σταδιακά αναγνωρίσιμο. Ο ένας γονιός καταλήγει να είναι πιο χαλαρός, πιο παιχνιδιάρης, πιο διαθέσιμος για γέλια, χατίρια και «εντάξει, δεν πειράζει». Ο άλλος αναλαμβάνει συχνότερα τον ρόλο του κακού: θυμώνει, επιμένει, βάζει όρια, λέει όχι, κρατά τη δομή της καθημερινότητας. Συχνά γύρω από αυτούς τους ρόλους δημιουργούνται στερεότυπα, όμως στην πράξη δεν υπάρχει σταθερή κατανομή. Σε κάποιες οικογένειες η μητέρα είναι εκείνη που εστιάζει περισσότερο στο συναίσθημα, που ακούει και κατανοεί, ενώ ο πατέρας είναι αυτός που θα γίνει πιο αυστηρός και θα επιβάλει όρια. Σε άλλες, συμβαίνει το αντίστροφο, ο πατέρας είναι η χαλαρή φιγούρα και η ανάλαφρη νότα, ενώ η μητέρα είναι αυτή που κράταει τα όρια. Οι ρόλοι αυτοί δεν καθορίζονται από το φύλο, αλλά από τη δυναμική που αναπτύσσεται μέσα στο σπίτι και το ίδιο το ζευγάρι.

Το σημαντικό είναι ότι, τις περισσότερες φορές, αυτό δεν γίνεται συνειδητά. Δεν υπάρχει μια συμφωνία του τύπου «εσύ θα είσαι ο αυστηρός και εγώ ο καλός». Οι ρόλοι χτίζονται μέσα στην καθημερινότητα, μέσα στην κούραση, στις ευθύνες, στις στιγμές που κάποιος πρέπει να πάρει θέση, να επιμείνει, να αντέξει τη δυσφορία του παιδιού. Όταν ένας γονιός αναλαμβάνει πιο συχνά αυτές τις δύσκολες στιγμές, είναι εύκολο να παγιωθεί ως ο «κακός», ενώ ο άλλος να παραμένει ο «ασφαλής» και πιο ευχάριστος.

Από μόνο του, το να υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι και στάσεις δεν είναι πρόβλημα. Το ζήτημα ξεκινά όταν αυτοί οι ρόλοι γίνονται σταθεροί και άκαμπτοι. Όταν το παιδί αρχίζει να ξέρει εκ των προτέρων σε ποιον θα πάει για κατανόηση και ποιον θα αποφύγει όταν φοβάται, θυμώνει ή νιώθει ενοχή. Όχι επειδή δεν αγαπά και τους δύο, αλλά επειδή έχει μάθει πού «χωρά» το συναίσθημά του.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Μια απλή επιστημονική εξήγηση

Αυτό που συχνά χάνεται μέσα στη συζήτηση για το good cop – bad cop είναι ότι και οι δύο ρόλοι ξεκινούν από πρόθεση φροντίδας. Ο γονιός που χαλαρώνει τα όρια, συχνά προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί από τη σύγκρουση, να μειώσει την ένταση, να διατηρήσει τη σύνδεση. Ο γονιός που επιμένει στα όρια, προσπαθεί να προσφέρει ασφάλεια, συνέπεια και προβλεψιμότητα, ακόμα κι αν αυτό περνά μέσα από δυσάρεστα συναισθήματα. Δεν πρόκειται για καλό και κακό γονιό, αλλά για δύο διαφορετικούς τρόπους να αντέξει κανείς την πίεση της καθημερινότητας και να φροντίσει το παιδί μέσα σε αυτή.

Από μια πιο επιστημονική σκοπιά, αυτό το μοτίβο έχει νόημα. Η οικογένεια λειτουργεί ως σύστημα και, όπως κάθε σύστημα, προσπαθεί να διατηρήσει μια μορφή ισορροπίας. Όταν υπάρχει ένταση, άγχος ή πίεση, οι ρόλοι συχνά μοιράζονται με τρόπο που να κρατά το σύστημα λειτουργικό.

Όταν ένας γονιός επωμίζεται περισσότερες πρακτικές ευθύνες, όπως πρόγραμμα, οργάνωση, σχολικά και συνέπεια, είναι πιο πιθανό να χρειαστεί να βάζει όρια συχνότερα και πιο έντονα. Αυτός ο ρόλος, όσο απαραίτητος κι αν είναι, φέρνει μαζί του θυμό, ένταση και σύγκρουση. Ο άλλος γονιός, βλέποντας αυτή την ένταση, συχνά προσπαθεί ασυναίσθητα να την εξισορροπήσει, παίρνοντας έναν πιο χαλαρό, υποστηρικτικό ή παιχνιδιάρικο ρόλο.

Παράλληλα, κάθε γονιός κουβαλά τη δική του προσωπική ιστορία. Τον τρόπο που μεγάλωσε, το τι έμαθε για τα όρια, τη φροντίδα, τον θυμό και την αγάπη. Κάποιοι νιώθουν πιο άνετα με τη δομή και τον έλεγχο, άλλοι με το συναίσθημα και τη σύνδεση. Συνήθως, ειδικά στις στιγμές κούρασης, μένουμε σε αυτό που μας είναι πιο γνώριμο.

Το πρόβλημα δεν είναι οι διαφορές. Το πρόβλημα είναι όταν αυτές οι διαφορές δεν «συνομιλούν» μεταξύ τους. Τα παιδιά δεν χρειάζονται δύο ίδιους γονείς. Χρειάζονται να βλέπουν ότι και οι δύο μπορούν να βάλουν όρια και να αντέξουν το συναίσθημα. Ότι το «όχι» και το «σε ακούω» δεν ανήκουν μόνιμα σε έναν μόνο άνθρωπο.

Πώς επηρεάζει αυτό τα παιδιά καθώς μεγαλώνουν

Πέρα από τη σύγχυση γύρω από τα όρια, το μοτίβο good cop – bad cop επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το παιδί μαθαίνει να σχετίζεται με τους άλλους. Όταν οι ρόλοι των γονιών είναι σταθερά χωρισμένοι, το παιδί αρχίζει να παρατηρεί ποιος αντέχει τον θυμό του, ποιος θα το καθησυχάσει και ποιον είναι καλύτερο να αποφύγει όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Αυτό δεν γίνεται συνειδητά ή με πρόθεση να χειριστεί, αλλά γιατί το παιδί μαθαίνει ότι διαφορετικοί άνθρωποι αντέχουν διαφορετικά πράγματα.


Με τον καιρό, το παιδί μπορεί να αρχίσει να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί του. Όχι επειδή θέλει να “κοροιδέψει” τους γονείς, αλλά επειδή έχει αναγνωρίσει ότι οι αντιδράσεις δεν είναι ίδιες και ότι δεν υπάρχει κοινό πλαίσιο. Σε αυτό το σημείο, μπορεί να εμφανιστεί αυτό που συχνά περιγράφεται ως χειριστική συμπεριφορά, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν τρόπο προσαρμογής σε μια ασυνέπεια που το παιδί δεν μπορεί να ελέγξει.

Όταν οι γονείς δεν συμφωνούν ή δεν λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο, το παιδί μπορεί να αρχίσει να τους “χωρίζει” σε ρόλους: τον έναν ως ασφαλή και τον άλλον ως δύσκολο. Αυτός ο διαχωρισμός, που στη ψυχολογία περιγράφεται ως splitting, δεν είναι παθολογία ούτε ένδειξη κακής πρόθεσης. Είναι ένας αναπτυξιακός μηχανισμός, μέσα από τον οποίο το παιδί προσπαθεί να καταλάβει πού χωράει το συναίσθημά του και πώς να προστατευτεί από τη σύγκρουση.

Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η δυναμική μπορεί να επηρεάσει τη σχέση με τον γονιό που κρατά πιο συχνά τον “δύσκολο” ρόλο, δημιουργώντας απόσταση ή ένταση. Παράλληλα, το παιδί μπορεί να νιώθει λιγότερη συναισθηματική ασφάλεια, όχι επειδή δεν αγαπιέται, αλλά επειδή το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται δεν είναι σταθερό. Άλλοτε επιτρέπεται κάτι, άλλοτε όχι, άλλοτε η αντίδραση είναι κατανόηση, άλλοτε θυμός.

Σε βάθος χρόνου, κάποια παιδιά μαθαίνουν ότι η αγάπη συνδέεται με την αποφυγή της σύγκρουσης, ενώ άλλα ότι τα όρια συνοδεύονται πάντα από ένταση. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που επηρεάζεται δεν είναι η αγάπη, αλλά η αίσθηση προβλεψιμότητας και ασφάλειας μέσα στη σχέση. Αυτό μπορεί αργότερα να δυσκολέψει το παιδί να συνδυάσει τη σύνδεση με τη διεκδίκηση, τόσο στις φιλίες όσο και στις ενήλικες σχέσεις του.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού

Το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα είναι η αναγνώριση του μοτίβου. Όχι για να αποδοθούν ευθύνες, αλλά για να γίνει ορατό κάτι που συχνά λειτουργεί αυτόματα. Όταν οι γονείς μπορούν να πουν «έχουμε κολλήσει σε αυτούς τους ρόλους», έχουν ήδη κάνει το μισό βήμα για να τους αλλάξουν.

Στην προσχολική ηλικία, αυτό που βοηθά περισσότερο είναι η αίσθηση κοινής στάσης. Όταν το παιδί βλέπει ότι και οι δύο γονείς μπορούν να πουν «όχι» αλλά και να προσφέρουν παρηγοριά, ακόμη κι αν το κάνουν διαφορετικά, νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια.

Στην παιδική ηλικία, είναι σημαντικό να μη μένει ένας γονιός μόνος του να κρατά όλα τα δύσκολα. Όταν οι γονείς μοιράζονται τόσο τις ευθύνες, τα όρια όσο και τη σύνδεση και το παιχνίδι, το παιδί μαθαίνει ότι η αγάπη και η συνέπεια μπορούν να συνυπάρχουν.

Στην εφηβεία, η ευελιξία γίνεται κρίσιμη. Όταν οι ρόλοι είναι άκαμπτοι, ο έφηβος συχνά συμμαχεί με τον έναν γονιό και απομακρύνεται από τον άλλον. Όταν, όμως, βλέπει ότι και οι δύο μπορούν να αλλάζουν στάση ανάλογα με τη στιγμή, η σχέση διατηρείται πιο ζωντανή.

Σε κάθε ηλικία, το ζητούμενο δεν είναι η τέλεια ισορροπία, αλλά η δυνατότητα αλλαγής. Η αλλαγή δεν χρειάζεται να γίνει μπροστά στο παιδί. Αντίθετα, είναι σημαντικό οι γονείς να συζητούν μεταξύ τους, μακριά από το παιδί, και να συμφωνούν στα βασικά: 

  • ποια όρια υπάρχουν, 
  • πώς εφαρμόζονται 
  • τι είναι διαπραγματεύσιμο. 
Όταν το παιδί βλέπει ένα ενιαίο πλαίσιο, νιώθει περισσότερη ασφάλεια, ακόμη κι αν δεν του αρέσει το όριο. Η ασφάλεια για το παιδί δεν προκύπτει από την απουσία ορίων ούτε από τη σκληρότητα. Προκύπτει όταν η σταθερότητα συνδυάζεται με ζεστασιά. Όταν το παιδί μπορεί να θυμώσει, να στεναχωρηθεί ή να διαφωνήσει, χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει τη σχέση.

Στο Τέλος Αυτό που Έχει Σημασία

Οι ρόλοι μέσα στην οικογένεια δεν είναι λάθος. Συχνά είναι αναγκαίοι και βοηθούν την καθημερινότητα να κυλήσει. Αυτό που αξίζει να παρατηρήσουν οι γονείς δεν είναι αν κάνουν αρκετά καλά τη δουλειά τους, αλλά αν έχουν μείνει μόνοι τους σε έναν ρόλο που κουράζει.

Κανείς δεν αντέχει για πολύ να είναι πάντα ο αυστηρός ή πάντα ο κατανοητικός. Και κανένα παιδί δεν ωφελείται από το να βλέπει τους γονείς του χωρισμένους σε «καλό» και «κακό». Η μεγαλύτερη ασφάλεια βρίσκεται στο να βλέπει ότι οι γονείς του μπορούν να μοιράζονται και τις δύσκολες και τις τρυφερές στιγμές, χωρίς να χάνει ο ένας τον άλλον στη διαδικασία.


Βιβλιογραφία 

  • Bowen, M. (1993). Family Therapy in Clinical Practice. New York: Jason Aronson.
  • Corke, S. (2024). “Good cop–bad cop”: The challenge for parents of finding the middle ground. In Couples as Parents (pp. 171-184). Routledge.
  • Richfield, S. (2014). Parent Cop vs Parent Coach: Repairing the Tear in Parenting Styles. Journal of Psychology & Clinical Psychiatry, 1(4), 92-94.
  • Matilda, F. (2023). Family system theory and the destructive impact of family conflict (Doctoral dissertation).
  • Holt, A. (2008). Room for resistance? Parenting orders, disciplinary power and the production of ‘the bad parent’. In ASBO nation (pp. 211-230). Policy Press.

Σχόλια